λειῶν

λεία
tool for smoothing stone
fem gen pl
λειόω
make smooth
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
λειόω
make smooth
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
λειόω
make smooth
pres part act masc nom sg
λειόω
make smooth
pres inf act (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • λείων — λείων, ὁ (Α) (επικ. τ.) βλ. λέων …   Dictionary of Greek

  • λείων — masc nom/voc sg λεί̱ων , λεῖος smooth fem gen pl λεί̱ων , λεῖος smooth masc/neut gen pl λειόω make smooth imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) λειόω make smooth imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεῖον — λείων masc voc sg λεῖος smooth masc acc sg λεῖος smooth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λείους — λείων masc acc pl λεί̱ους , λεῖος smooth masc acc pl λειόω make smooth imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συλοδικείο — το, Ν δικαστικό, διοικητικό ή μικτό όργανο αρμόδιο να κρίνει το κύρος τών λειών που έγιναν, δικαστήριο λειών. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦλον «λεία, λάφυρο» + δικείο (< δίκης < δίκη), πρβλ. ειρηνοδικείο] …   Dictionary of Greek

  • ευθυκοκκυγικός — ή, ό φρ. «ευθυκοκκυγικός μυς» δεσμίδα λείων μυϊκών ινών μεταξύ τού πρόσθιου ιεροκοκκυγικού συνδέσμου και τού απευθυσμένου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευθυ * + κοκκυγικός] …   Dictionary of Greek

  • ισταμίνη — Βιολογικά ενεργή αμίνη, που αποτελεί προϊόν αποκαρβοξυλίωσης του αμινοξέος ιστιδίνη. Είναι ευρέως διαδεδομένη στη φύση όπου συναντάται σε ιστούς ζώων και φυτών. Στον άνθρωπο απελευθερώνεται από τα τραυματισμένα κύτταρα μαζί με άλλες ουσίες,… …   Dictionary of Greek

  • κνίδωση — Δερματοπάθεια αντιδραστικού τύπου που εκδηλώνεται τις περισσότερες φορές με εξάνθηση μικρών ή μεγάλων κνησμωδών βλατίδων, με ερυθρωπή φλεγμονώδη περιφέρεια και λευκωπή υπερυψωμένη κεντρική βλάβη. Το εξάνθημα μπορεί να είναι περιγεγραμμένο ή… …   Dictionary of Greek

  • κοιμίζω — και κοιμώ, άω (AM κοιμίζω) 1. κάνω ή βάζω κάποιον να κοιμηθεί, αποκοιμίζω («κοιμίζω το μωρό») 2. μτφ. καθησυχάζω, καταπραΰνω, γαληνεύω (α. «φάρμακο που κοιμίζει τους πόνους» β. «λείων τ ἄημα πνευμάτων ἐκοίμισε στένοντα πόντον» οι άνεμοι… …   Dictionary of Greek

  • μαγνήσιο — Δισθενές χημικό στοιχείο με σύμβολο Mg· ανήκει στη δεύτερη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, στην υποομάδα των αλκαλικών γαιών, έχει ατομικό αριθμό 12, ατομική μάζα 24,312, τρία σταθερά ισότοπα με μαζικό αριθμό 24, 25, 26 και δύο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.